
Η έκδοση του «Στ’ Άρματα! Στ’ Άρματα!» υπήρξε μία από τις πρώτες μεγάλες συλλογικές προσπάθειες συγκρότησης ενός ολοκληρωμένου χρονικού της ελληνικής Αντίστασης και, ταυτόχρονα, κομβικό επεισόδιο στη διαμόρφωση μιας συνεκτικής αριστερής ιστοριογραφίας για την περίοδο 1940-1944, στη δεκαετία του 1960. Μέσα από αυτό το εκτεταμένο εκδοτικό εγχείρημα, η Αριστερά επιχείρησε να οργανώσει και να αναδείξει ένα κεντρικό κεφάλαιο της πρόσφατης ιστορίας της, αλλά και να στηρίξει μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική που περιλάμβανε την εκλογική της ενίσχυση, τη σφυρηλάτηση συμμαχιών και την υπέρβαση των ορίων που έθετε η μετεμφυλιακή εθνικοφροσύνη. Σε αυτό το πλαίσιο εντάχθηκε και η προβολή κεντρικών αιτημάτων, όπως η θεσμική αναγνώριση της Αντίστασης, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, ο επαναπατρισμός των πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου, η απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων και εξόριστων, και η ανάδειξη τόπων μνήμης.
Το έργο γνώρισε τρεις διακριτές δημοσιεύσεις, με ουσιαστικές διαφοροποιήσεις. Αρχικά παρουσιάστηκε ως ιστορικό ανάγνωσμα σε συνέχειες στην εφημερίδα Η Αυγή (21 Ιουλίου 1963–12 Ιανουαρίου 1964, 133 συνέχειες), ως «το πρώτο ολοκληρωμένο χρονικό της Εθνικής Αντίστασης». Ακολούθησε η τετράτομη έκδοσή του από τις εκδόσεις Γιαννίκος (1964). Τέλος, το 1967 κυκλοφόρησε στο Βουκουρέστι από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις (ΠΛΕ) σε έναν ογκώδη τόμο. Οι μετατοπίσεις ανάμεσα στις εκδοχές αντανακλούν επεξεργασίες τόσο του Τμήματος Ιστορίας του ΚΚΕ στην υπερορία όσο και του Γραφείου Αντίστασης της ΕΔΑ στην Αθήνα: διαφορετικές στρατηγικές μνήμης, διαφορετικά ακροατήρια και ανάγκες πολιτικής νομιμοποίησης. Παράλληλα, το εγχείρημα φωτίζει τις πρακτικές της κομματικής ιστοριογραφίας της εποχής: συλλογή υλικού και μαρτυριών, προσπάθεια σύνθεσης μιας συνολικής αφήγησης, αλλά και επιλογές, συμβιβασμούς και σιωπές, στο πλαίσιο της συγκρότησης ενός κανόνα για την Αντίσταση.
Η πρώτη δημοσίευση στην Αυγή παρουσιάστηκε ως έργο «ομάδας συνεργατών», με τη «θεώρηση» του στρατηγού Γεράσιμου Αυγερόπουλου να λειτουργεί ως απόδειξη της εγκυρότητας ενός ανώνυμου συλλογικού κειμένου με σαφές πολιτικό πρόσημο. Σημαντικό στοιχείο υπήρξε και η δημόσια «επεξεργασία» του χρονικού όσο αυτό δημοσιευόταν: επιστολές, διορθώσεις, προσθήκες και αντιδράσεις. Η παρέμβαση του Κομνηνού Πυρομάγλου, αλλά και δεκάδες επιστολές αναγνωστών και παλιών αντιστασιακών, δείχνουν ότι το χρονικό λειτούργησε ως πεδίο διαμάχης αλλά και ως εργαστήρι συμμετοχικής συγκρότησης γνώσης. Παράλληλα, εντάχθηκε σε έναν ευρύτερο ανταγωνισμό εφημερίδων (όπως ο Ανεξάρτητος Τύπος και η Ελευθερία) για τα «πρωτεία» στην αφήγηση της Αντίστασης, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιου τύπου εγχειρήματα ήταν συγχρόνως ιστοριογραφικές παρεμβάσεις και προϊόντα μιας μαζικής αναγνωστικής αγοράς.
Η τετράτομη έκδοση του 1964 επιδίωξε να λειτουργήσει ως «βιβλίο-κανόνας». Διεύρυνε το υλικό, προσθέτοντας ενότητες για τα Δεκεμβριανά, παραρτήματα, στοιχεία για τα διεθνή αντιστασιακά κινήματα, εικονογράφηση, τραγούδια και ποιήματα, καθώς και πλήθος τεκμηρίων και μαρτυριών, ενώ αξιοποίησε χαιρετισμούς και δηλώσεις για να ενισχύσει το κύρος της και να εντάξει το ελληνικό παράδειγμα σε διεθνές πλαίσιο. Αντίθετα, η έκδοση των ΠΛΕ (1967) λειτούργησε περισσότερο ως κομματικά «ορθό» εγχειρίδιο: διαφορετικό κοινό και περιβάλλον, με μετατοπίσεις στις υπερτονίσεις και στις σιωπές, μεγαλύτερη έμφαση στον ρόλο του ΚΚΕ και στην ανάδειξη των «λαθών» της ηγεσίας, όπως είχαν πλέον κωδικοποιηθεί στις κομματικές επεξεργασίες της περιόδου.
Συνολικά, το «Στ’ Άρματα! Στ’ Άρματα!» δεν είναι μόνο μια αφήγηση της Αντίστασης, αλλά τεκμήριο για το πώς η Αντίσταση μετατράπηκε σε πεδίο διεκδίκησης, ιστορικής παραγωγής, πολιτικής νομιμοποίησης και δημόσιας διαμάχης στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, σε μια στιγμή που κρίσιμες πτυχές του πρόσφατου παρελθόντος, όπως και τα υποκείμενά τους, παρέμεναν ακόμη υπό διωγμό. Οι διαφορετικές εκδοχές του και η διαδικασία της «συλλογικής» συγγραφής και πρόσληψης επιτρέπουν να δούμε τη συγκρότηση ενός κανόνα μνήμης σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, ενώ η απήχησή του υπενθυμίζει ότι αυτή η «πολιτική της ιστορίας» δεν αφορούσε μόνο κομματικούς μηχανισμούς, αλλά και ένα ευρύτερο κοινό που διψούσε να διαβάσει και να διαπραγματευτεί το πρόσφατο παρελθόν της.
Μάνος Αυγερίδης
